Με ένα πούλμαν και 42 μέλη μας ξεκινήσαμε από Νίκαια, Αιγάλεω και μετά από μια στάση στο Βέλο Κορινθίας, ανηφορίσαμε προς την αρχαία Σικυώνα, όπου μας ανέμενε ο ξεναγός μας.

Αφού βγάλαμε τα εισιτήριά μας και έγινε ο καθιερωμένος έλεγχος, μπήκαμε πρώτα μέσα στο Μουσείο, έχοντας εφοδιαστεί ο καθένας με  τον δέκτη και τα ακουστικά μας . Προηγήθηκε μια εισαγωγή για την ιστορία της σημαντικής αυτής πόλης, ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι και την καταστροφή της στα μεταχριστιανικά χρόνια.

Στις προθήκες θαυμάσαμε μικρά αριστουργήματα, μεταλλικά ή πήλινα, αγγεία, εργαλεία, κοσμήματα, λυχναράκια, κτερίσματα από τάφους, τόσο από την πόλη της Σικυώνας όσο και από γειτονικές ανασκαφείσες περιοχές.

Στις αίθουσες του μουσείου φιλοξενούνται επίσης τμήματα αγαλμάτων, αναθηματικά ανάγλυφα, αρχιτεκτονικά μέλη από τα δημόσια κτήρια της ελληνιστικής και ρωμαϊκής πόλης.

Στο κέντρο της μιας από τις 3 αίθουσες δεσπόζει ένα επιδαπέδιο μωσαϊκό από οικία της κλασικής εποχής.

Να σημειώσουμε ότι ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ίδιο το κτίσμα του μουσείου, καθώς πρόκειται για τμήμα ρωμαϊκού βαλανείου, των δημόσιων λουτρών, δηλαδή, που είναι κτισμένα με πλίνθους και διατηρημένα σε πολύ καλή κατάσταση, μάλιστα!

Ακολούθως , κάναμε την περιήγησή μας στον υπαίθριο χώρο, ξεκινώντας από την αγορά με τις στοές, τα καταστήματά της και τον παραπλήσιο δωρικό ναό.

Κοντά της το Βουλευτήριο και δυτικότερα το Γυμνάσιο και η Παλαίστρα, από την ελληνιστική-ρωμαϊκή εποχή.

Είναι ένα μνημειακό συγκρότημα σε δύο άνδηρα (= πλατώματα), στα οποία ξεχωρίζουν δύο κρήνες κατά μήκος του αναλημματικού τοίχου.

Ο φύλακας άνοιξε για χάρη μας και το θέατρο, του οποίου τα εδώλια είναι λαξευμένα στον φυσικό βράχο και χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.  Ευδιάκριτα είναι εκτός του κοίλου με τα εδώλια, τις προεδρίες ( - θέσεις των επισήμων ) και η σκηνή και η ορχήστρα, με τον αγωγό παροχέτευσης των ομβρίων υδάτων.

Κάτι μοναδικό στο θέατρο αυτό, όσον αφορά την ελληνιστική αρχιτεκτονική, αποτελούν οι 2 θολωτές δίοδοι στα άκρα του διαζώματος για την είσοδο των θεατών.  Στα δυτικά του θεάτρου βρίσκεται και το Στάδιο, αν και δεν διακρίνεται πολύ καθαρά, αφού πλήρης ανασκαφή δεν έχει γίνει ακόμα.

Όταν τελείωσε η ξενάγηση, μπήκαμε πάλι στο πούλμαν, για την πεζοπορία μας τώρα, κοντά στο χωριό Σούλι Κορινθίας στους πρόποδες της Κυλλήνης ( Ζήριας ).

Ξεκινήσαμε ανηφορίζοντας προς το δρυοδάσος Μουγγοστού , το ένα από τα 19 συνολικά αισθητικά δάση που διαθέτει η χώρα μας, δάση που σκοπός της ύπαρξής τους είναι η  ανθρώπινη αναψυχή αλλά και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι ένα δάσος με βελανιδιές που φύτρωσε μόνο του, ακολουθώντας τη φυσική εξέλιξη και κηρύχτηκε Αισθητικό με Π.Δ. του 1977.

 

Εκτός από πλατύφυλλες βελανιδιές βρίσκει κανείς εδώ και χαλέπιο πεύκη, κεφαλληνιακή ελάτη, πουρνάρια, φυλίκια, αρκεύθους, κουτσουπιές και κουμαριές.

Οι πεζοπόροι μας λίγο πριν τη Βελίνα πήραν το μονοπάτι για το  Δρυοδάσος του Μουγγγοστού. Υπάρχουν αρκετά μονοπάτια και δρομάκια που διασχίζουν  προς όλες τις κατευθύνσεις.

 Εμείς πήραμε που πάει νοτιοανατολικά ώσπου φτάσαμε στις σπηλιές που υπήρχαν στο ανατολικό μέρος του δάσους. Αφού τις επισκεφτήκαμε και βγάλαμε φωτογραφίες και ξεκουραστήκαμε λίγο, αρχίσαμε πάλι το περπάτημα στα μονοπάτια μέσα από τις βελανιδιές. Εν τω μεταξύ άρχισε να χιονίζει ρίχνοντας χιόνι  που χτυπούσε πάνω μας σαν χαλάζι και ύστερα έπεφτε στο χώμα φτιάχνοντας ένα κάτασπρο πέπλο.  

Περπατούσαμε αρκετές ώρες πατώντας πάνω στο χιόνι και στο παχύ στρώμα των πεσμένων φύλλων ανηφορίζοντας και φτάσαμε μέχρι τον Προφήτη Ηλία.  Η διαδρομή πανέμορφη και η θέα από εκεί καταπληκτική μέχρι τη Ζήρια και τα παράλια του Κορινθιακού.

Στη συνέχεια αφού το χιόνι σταμάτησε κατηφορίσαμε ανάμεσα από τα αμπέλια με τη σταφίδα και φτάσαμε στην πάνω μεριά του χωριού Θροφαρί, μετά από διαδρομή 3,5 ωρών. Συναντήσαμε την εκκλησία της  Αγίας Μαρίνας και καταλήξαμε στην πλατεία του χωριού με την πανέμορφη θέα προς τον Κορινθιακό και τη Στερεά Ελλάδα.

Φτάσαμε στο χωριό Θροφαρί (που ονομάστηκε έτσι επειδή στην περιοχή υπήρχε πολλή τροφή για τα κοπάδια των βοσκών) γύρω στις 2 η ώρα και κάναμε βόλτες προς τη γραφική εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, με τις κρήνες και τα πλατάνια ολόγυρά της. Εσωτερικά ο καμαροσκέπαστος ναός (από το 1870) παρουσίαζε επίσης ενδιαφέρον με την ωραία αγιογράφησή του και την καθαριότητά του. Η βόλτα στο υπόλοιπο  χωριό μας αποζημίωσε επίσης, με την πανέμορφη θέα του προς την Κόρινθο, τον Κορινθιακό, τη χερσόνησο του Λουτρακίου απέναντι. Μικρό το χωριό αλλά ήρεμο και γραφικό, με λίγους μόνιμους κατοίκους, με το σχολείο του εγκαταλειμμένο πια, αφού τα παιδιά είναι μάλλον ανύπαρκτα εδώ, με δυο  μονάχα ταβερνάκια που  ενώ τα παλιότερα χρόνια είχε να θρέψει τα κοπάδια των βοσκών τελικά δεν μπορούσε να μας προσφέρει κι εμάς τροφή, μια και οι ταβέρνες αδυνατούσαν…

Κι έτσι καταλήξαμε για το γεύμα μας σε μια ταβέρνα λίγο έξω από το Κιάτο. Όσοι δεν ήθελαν να φάνε παρέμειναν στο κέντρο της πόλης για καφέ ή βόλτες. Αφού ευχαριστηθήκαμε τα όμορφα εδέσματα της ταβέρνας , αναχωρήσαμε για Νίκαια το απογευματάκι, ικανοποιημένοι που για άλλη μια φορά αψηφήσαμε το κρύο και το χιόνι και « γεμίσαμε » τη μέρα μας με νέες εμπειρίες και γνώσεις!