Με 2 πούλμαν σχεδόν γεμάτα ξεκινήσαμε το πρωί της Παρασκευής, 18 Ιουνίου, του Αγίου Πνεύματος, για Κιάτο, όπου κάναμε μια σύντομη στάση, γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου και, ακολουθώντας την Ιονία Οδό, φτάσαμε στο Μενίδι Άρτας. Εδώ στην παραλία αφού πρώτα κάναμε μπάνιο, προσφέρθηκε το κρύο γεύμα του Φυσιολάτρη αποτελούμενο από 3 ειδών πίττες σαλάτα, φρούτα και κρασί.

Στη συνέχεια φύγαμε για την Κόπραινα, το παλιό λιμάνι της Άρτας, γνωστό ήδη από τη βυζαντινή εποχή και κέντρο μεγάλης εμπορικής κίνησης από το 1881, έτος απελευθέρωσης της πρωτεύουσας του νομού από τους Τούρκους, ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Περπατήσαμε μέχρι τον γραφικό πέτρινο φάρο, ακολουθώντας το όμορφα διαμορφωμένο πλακόστρωτο μονοπάτι κι έχοντας στο πλάι μας τον Βωβό ποταμό επιστρέψαμε στον οικισμό. Ο Φάρος ήταν η παλιά κατοικία του φαροφύλακα και σήμερα λειτουργεί ως μικρό μουσείο.

 

Σήμερα στον μικρό οικισμό της Κόπραινας βλέπει κανείς λίγα εντυπωσιακά αναπαλαιωμένα κτήρια, μεγαλοπρεπή διώροφα, που κάποτε στέγαζαν τελωνείο, αποθήκες, ξενοδοχείο, υδατοδεξαμενές και μικρούς χώρους διαφόρων υπηρεσιών. Ολόγυρα παρατηρήσαμε τις φθαρμένες ράγες, κάποια σκουριασμένα βαγονέτα, τις ερειπωμένες αποβάθρες του λιμανιού και λιγοστά απομεινάρια του δίπλα στις πολύχρωμες βαρκούλες να θρηνούν για τη χαμένη “δόξα”...

Δεν ήταν λίγοι όμως κι εκείνοι που προτίμησαν τα τσιπουράκια της ψαροταβέρνας που λειτουργεί στο λιμανάκι ή ένα καφεδάκι, ώσπου να έρθει η ώρα να αναχωρήσουμε για Κορωνησία.

Στον δρόμο μας περάσαμε μπροστά κι από το άλλο Περιβαλλοντικό Κέντρο του Αμβρακικού, τη Σαλαώρα, όπου κάποτε βρισκόταν το έτερο λιμάνι της Άρτας. Το παλιό κτήριο του οθωμανικού τελωνείου έχει αναστηλωθεί, αναπαλαιωθεί και φιλοξενεί πλέον το Κέντρο Έρευνας και Πληροφόρησης Σαλαώρας, με έκθεση για τον Αμβρακικό. Είναι το μοναδικό οθωμανικό δημόσιο/κρατικό κτήριο, στο οποίο υψώθηκε ελληνική σημαία στον άτυχο πόλεμο του 1897. Κτίστηκε από τον Αλή Πασά. Έχοντας δίπλα μας τον Αμβρακικό κόλπο και πολλά πουλιά, φοινικόπτερα, ερωδιούς, βουτηχτάρια και άλλα, πήραμε τη στενή λουρίδα γης που  οδηγεί στο γραφικό ψαροχώρι της Κορωνησίας, το μικρό Πέρα Νησί, με τους λιγοστούς κατοίκους. Είναι χτισμένο σε ένα μικρό ύψωμα και αγναντεύει όλη την κλειστή θάλασσα και τις αμμονησίδες ολόγυρα.

Στο χωριό υπάρχει ένας παλιός βυζαντινός ναός από τον 7ο ή κατ΄άλλους από τον 10ο  αι., αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου. Κοντά του βρίσκεται και το μικρό εκκλησάκι το αφιερωμένο στον Όσιο Ονούφριο, που, επειδή ακριβώς μόνασε σε μοναστήρι του νησιού, θεωρείται και ο πολιούχος του.

Φύγαμε έπειτα για την πόλη της Άρτας και για το “σήμα κατατεθέν” αυτής, το πολυτραγουδισμένο Γεφύρι. Μάλλον το χτίσιμό του ολοκληρώθηκε στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενώ ξεκίνησε ήδη από τον 3ο αι. π.Χ., τότε που βασίλευε ο Πύρρος. Είναι το πιο γνωστό πολύτοξο γεφύρι και περισσότερο για τον θρύλο που το συνοδεύει, εκείνον της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα.

Το περπατήσαμε, φωτογραφίσαμε από εκεί ψηλά τον Άραχθο, φωτογραφηθήκαμε και περάσαμε στην άλλη όχθη, όπου βρίσκεται και ο περίφημος πλάτανος.

Λέγεται ότι από τον ίσκιο του ο Αλή Πασάς απολάμβανε τον απαγχονισμό όσων καταδίκαζε. Αρκετοί κάθισαν στην καφετέρια, για να απολαύσουν το καφεδάκι τους, ενώ άλλοι ξεκίνησαν για τη βόλτα τους ως μέσα στην πόλη.

 

Πρώτη σημαντική στάση στην Παρηγορίτισσα, την εκκλησία την αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, από τα πιο σημαντικά μνημεία της Άρτας. Παλαιότερα υπήρξε καθολικό μονής, από την οποία σώζονται σήμερα 16 κελιά και η Τράπεζα. Η μορφή του ολοκληρώθηκε στα τέλη του 13ου αι. και παρουσιάζει μια πρωτοτυπία, γιατί συνδυάζει τον οκταγωνικό στο ισόγειο με τον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου στον όροφο. Ο ναός είναι διακοσμημένος με άριστης τεχνικής ψηφιδωτά και τοιχογραφίες.

Περπατώντας στα στενά της πόλης φτάσαμε στον κεντρικό πεζόδρομο, την οδό Σκουφά, με τα καταστήματα και τον πολύ κόσμο και την πλατεία Εθνικής Αντίστασης. Σε έναν παράδρομο βρεθήκαμε μπροστά στο μικρό θέατρο της αρχαίας Αμβρακίας, από το οποίο έχει αποκαλυφθεί ένα μεγάλο μέρος, τόσο του κοίλου όσο της σκηνής και της ορχήστρας, η οποία έχει τέλειο κυκλικό σχήμα. Χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ., στα χρόνια της βασιλείας του Πύρρου, όταν έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του βασιλείου του. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται και η ευθυντηρία, η βάση δηλαδή, του ναού του Απόλλωνα.

Περπατώντας φτάσαμε ως τα αρχαία τείχη και το μεσαιωνικό Κάστρο, που χτίστηκε στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο κατέστησε πρωτεύουσά του την Άρτα. Το Κάστρο εδραιώθηκε πάνω στα τείχη της αρχαίας Αμβρακίας, αρκετά μέρη των οποίων εντοπίζονται σήμερα στα βορειοανατολικά του. Κατά διαστήματα το σχήμα του Κάστρου διακόπτεται από πύργους ημικυκλικούς, πολυγωνικούς ή τριγωνικούς, τους οποίους είχαμε την τύχη να θαυμάσουμε με το φως της ημέρας, και από σχετικά κοντά, περνώντας από τον περιφερειακό το απόγευμα. Τότε είναι που για πρώτη φορά είδαμε και τον Πύργο του ρολογιού, που έχει ύψος 11 μ. και πρωτοχτίστηκε στα μέσα του 13ου αι., στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Στον περίπατό μας περάσαμε κι από τον ναό της πολιούχου της Άρτας Αγίας Θεοδώρας, αλλά δυστυχώς ήταν κλειστός. Είναι εκκλησία χτισμένη τον 11ο αι. και αφιερωμένη στη σύζυγο του μετανοημένου Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ Άγγελου Κομνηνού, η οποία υπέφερε εξαιτίας της κακής διαγωγής του και, αφού ταλαιπωρήθηκε και μόνασε για χρόνια, ανακηρύχτηκε αγία. Στον ναό αυτόν υπάρχει και ο τάφος της αγίας.  Τελειώνοντας με την περιήγησή μας στην πόλη της Άρτας, φύγαμε για τα ξενοδοχεία μας,  όπου δειπνήσαμε και πήγαμε για ξεκούραση.

Τη 2η μέρα, Σάββατο,  αναχωρήσαμε για την Δωδώνη για ξενάγηση στον  Αρχαιολογικό χώρο, όπου στην αρχαιότητα υπήρχε το ιερό μαντείο της.
Το ιερό μαντείο της Δωδώνης (χρηστήριον Δωδώνης) βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Ελλάδας, στην Ήπειρο, νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων και ανατολικά από τους πρόποδες του όρους Τόμαρος, 600 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, προσιτό κυρίως από τα παράλια της Θεσπρωτίας. Ήταν ίσως το παλαιότερο και σημαντικότερο μαντείο της πρώιμης αρχαιότητας, ενεργό πιθανώς από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., αλλά σύντομα έγινε δεύτερο σε σημασία ιερό μετά το μαντείο των Δελφών. Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ, ο βασιλιάς Πύρρος μετέτρεψε τη Δωδώνη σε θρησκευτική πρωτεύουσα της περιοχής του, οικοδομώντας μια σειρά από σημαντικά κτίρια γύρω από το μαντείο όπως ο ναός της Διώνης.

Αν και σταδιακά έχανε την αίγλη του, ειδικά μετά την πρώτη καταστροφή που υπέστη το 219 π.Χ. από τους Αιτωλούς, οι οποίοι με επικεφαλής το Δωρίμαχο τον Τριχωνέα κατέκαψαν το ιερό (Πολύβιος, Ιστορίαι Δ',67,3), αυτό ανακατασκευάστηκε και είχε ικανοποιητική επισκεψιμότητα έως την άνοδο του Χριστιανισμού. Το 392 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Θεοδόσιου, το μαντείο σίγησε, ο ναός έκλεισε, όπως και όλοι οι ειδωλολατρικοί ναοί, και κόπηκε η μοναδική ιερή βελανιδιά που είχε απομείνει κοντά στο βωμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Απολλώνιο το Ρόδιο, από τις ιερές βελανιδιές της Δωδώνης είχε κατασκευαστεί η καρίνα της Αργούς, οι μαντικές ικανότητες της οποίας βοήθησαν τους Αργοναύτες στο επίπονο ταξίδι τους προς την απόκτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος.

Το ιερό μαντείο της Δωδώνης ήταν αρχικά αφιερωμένο στη Μητέρα Γη (Γαία), η οποία στην περιοχή ονομαζόταν και Διώνη. Αργότερα το ιερό αφιερώνεται στο θεϊκό ζευγάρι του Δία και της Διώνης. Το μαντείο ήταν υπαίθριο, πλαισιωμένο από ιερό δάσος με τις ‘θεϊκές’ βελανιδιές, ενώ μία πηγή αφιερωμένη στο Δία βρισκόταν πλησίον και πιθανώς χρησίμευε για τους απαραίτητους εξαγνισμούς. Οι ιερείς του Δία ήταν ανυπόδητοι και κοιμόνταν στο έδαφος κάτω από τη θεϊκή βελανιδιά, ώστε να μπορούμε να εικάσουμε τον υπαίθριο χαρακτήρα του μαντείου και την άμεση σύνδεσή του με τις δυνάμεις της γης και τη γονιμότητα.

Στη Δωδώνη οι χρησμοί δίνονταν από την ερμηνεία του θροΐσματος των φύλλων της βελανιδιάς, ή το κουκούρισμα των ιερών πελειών (μαύρα περιστέρια), την πτήση των πουλιών που φώλιαζαν στις βελανιδιές, ή το κελάρυσμα των νερών της ιερής πηγής κοντά στο βωμό ή τον ήχο μεταλλικών αντικειμένων που βρίσκονταν γύρω από το βωμό ή που πιθανώς κρέμονταν από τα ιερά δέντρα.

Οι προσφορές στο θεϊκό ζευγάρι του Δία και της Διώνης χρονολογούνται από τον 8ο αιώνα π.Χ. Μεταξύ αυτών υπήρχαν κοσμήματα, όπλα, ειδώλια και πολλοί χάλκινοι τρίποδες. Τους χάλκινους αυτούς τρίποδες τους αφιέρωναν οι πιστοί που προφανώς τους προμηθεύονταν από μεταλλουργούς της τοπικής κοινωνίας, συμβάλλοντας έτσι το μαντείο τα πλείστα στην οικονομία της περιοχής. Όταν μειώθηκε η επιρροή που ασκούσε το μαντείο της Δωδώνης, οι επισκέπτες το συμβουλεύονταν κυρίως για προσωπικούς και όχι για κρατικούς λόγους και τα  σκήπτρα πήρε το μαντείο των Δελφών, που χρησμοδοτούσε και για κρατικές υποθέσεις, διαδραματίζοντας έτσι σημαίνων ρόλο στην πολιτική και διπλωματική ιστορία των αρχαίων κοινωνιών.

Αφού ξεναγηθήκαμε στα πιο εντυπωσιακά οικοδομήματα, που κατασκευάστηκαν στα χρόνια της βασιλείας του Πύρρου (297-272 π.Χ.), όπως το θέατρο, το βουλευτήριο, το πρυτανείο και το στάδιο, όπου τελούνταν τα Νάια, αγώνες προς τιμή του Δία αναχωρήσαμε για το μουσείο Βρέλλη.

 Το μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων Παύλου Βρέλλη, βρίσκεται στο χωριό Μπιζάνι επί της εθνικής οδού Ιωαννίνων – Αθηνών σε ένα κτίριο χτισμένο σύμφωνα με τα πρότυπα της παραδοσιακής τοπικής αρχιτεκτονικής. Τα εκθέματά του, φτιαγμένα σε φυσικό μέγεθος, εντυπωσιάζουν με την πλαστικότητα και την εκφραστικότητά τους. Τα θέματά του αντλούνται από την νεοελληνική ιστορία, με έμφαση στην προεπαναστατική περίοδο, αλλά και το Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Επόμενη στάση μας η πόλη των Ιωαννίνων, όπου είχαμε ξενάγηση  στην πόλη, στο υπέροχο κάστρο της  και στο νησί της λίμνης Παμβώτιδας.

Το επιβλητικό κάστρο των Ιωαννίνων χτίστηκε το 528 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Πρόκειται για το αρχαιότερο βυζαντινό φρούριο της ελληνικής επικράτειας, με αδιάκοπη ιστορία. Στο ίδιο αυτό κάστρο έζησε ο Αλή Πασάς, αυτή η εμβληματική και αινιγματική μορφή της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Το κάστρο χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα: τον εξωτερικό περίβολο, τη βορειοδυτική ακρόπολη, όπου δεσπόζει το Ασλάν Τζαμί, τη νοτιοανατολική ακρόπολη με το περίφημο Ίτς Καλέ και, τέλος, την καθαυτό Καστροπολιτεία, την παλαιά, περίτειχη πόλη των Ιωαννίνων.

Στην ακρόπολη του Ιτς Καλέ υπήρχε το Σεράι του Αλή Πασά που σήμερα έχει μετατραπεί σε Βυζαντινό μουσείο και δίπλα το Φετιχιέ τζαμί  , όπου βρίσκεται και ο τάφος του Αλή Πασά με μία από τις συζύγους του. Λίγο πιο κάτω ήταν το ιεροδιδα-σκαλείο και τα μαγειρεία όπου σήμερα υπάρχει το μουσείο Αργυροτεχνίας , το οποίο και  επισκεφτήκαμε.
Οι εκθεσιακοί χώροι αναπτύσσονται στα δύο επίπεδα του προμαχώνα. Στο πρώτο επίπεδο αναπτύσσεται το βασικό μέρος της έκθεσης, που αναφέρεται στην ιστορία και την τεχνολογία της αργυροτεχνίας στην Ήπειρο. Μέσα από ποικίλα εποπτικά μέσα (κείμενα, εποπτικό υλικό, ταινίες ) μπορείτε να ανακαλύψετε παραδοσιακές τεχνικές μορφοποίησης και διακόσμησης αργυρών αντικειμένων, μαθαίνοντας για τα στάδια της κάθε τεχνικής έως τη δημιουργία του τελικού προϊόντος. Στο δεύτερο επίπεδο παρουσιάζεται η συλλογή έργων ηπειρώτικης αργυροχρυσοχοΐας από το 18ο έως τον 20ό αιώνα. Κομψοτεχνήματα με περίτεχνες λεπτομέρειες, όπως κοσμήματα, όπλα και πολεμική εξάρτυση, ασημικά του σπιτιού και προσωπικά είδη είναι μερικά από τα αντικείμενα της συλλογής.

Επόμενος σταθμός μας το σπήλαιο του Περάματος. Το σπήλαιο, το οποίο είναι προϊόν Καρστικών φαινομένων, έχει ιστορία 1,5 εκατομμυρίων ετών. Η ωραιότητα των θαλάμων του είναι απερίγραπτη. Η αίθουσα του Σταυρού, με τους ασβεστολιθικούς προσκυνητές, φαντάζει σχεδόν αδύνατον να έχει διαμορφωθεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και όμως, πρόκειται για φυσικό γλυπτό, το οποίο κυριολεκτικά μαγνητίζει τον θεατή. Η αίθουσα των Μυθικών Ανακτόρων μοιάζει να αποτελεί κατοικία νεράιδων. Οι κρυσταλλοποιήσεις της οροφής δημιουργούν «πολυελαίους», που ξαφνιάζουν με την περίπλοκη δομή τους και την αρμονία των σχημάτων.

 Επόμενος σταθμός μας η λίμνη των Ιωαννίνων και το νησάκι της. Οι περίπατοι γύρω από τη λίμνη είναι μια ευκαιρία για δροσιά και ηρεμία που προσφέρουν οι συστάδες με τα τεράστια πλατάνια. Όλη η παραλίμνια περιοχή αποτελεί μια ιδανική βόλτα, γεμάτη μικρά μαγαζιά και σπουδαία εστιατόρια, στα οποία συνδυάζονται οι εκλεκτές γεύσεις με το καταπράσινο τοπίο.
Το νησί των Ιωαννίνων είναι ένα πανέμορφο καταπράσινο νησάκι που βρίσκεται μέσα στη λίμνη Παμβώτιδα. Στο νησάκι κατοικούν περίπου 100 οικογένειες. Έχει μήκος 1000 μέτρα, πλάτος 480 μέτρα, και βρίσκεται 59 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της λίμνης. Μπορεί κανείς να το επισκεφθεί καθημερινά καθώς εκτελούνται δρομολόγια με καραβάκια κάθε μισή ώρα μέχρι και τα μεσάνυχτα. Άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λίμνη Παμβώτιδα και τα Γιάννενα, έμεινε ένα νησί δίχως όνομα - το  «Νησάκι των Ιωαννίνων». Ένας πευκόφυτος βράχος, που η έκτασή του δεν ξεπερνά τα 200 στρέμματα, με έναν παραδοσιακό ηπειρώτικο οικισμό, καμωμένο από πέτρα, όπου υπάρχουν επτά βυζαντινά και μεταβυζαντινά μοναστήρια τα οποία σχηματίζουν μια μοναστική πολιτεία αιώνων, που είναι και η τρίτη μεγαλύτερη στην Ελλάδα, μετά το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα. Το νησί είναι συνδεδεμένο με τη ζωή και το θάνατο του Αλή Πασά. Ο οικισμός του νησιού είναι και επίσημα ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός καθώς είναι χτισμένος ακολουθώντας την παραδοσιακή ηπειρώτικη αρχιτεκτονική με τις χαρακτηριστικές στέγες από σχιστόλιθο. Περιηγηθήκαμε στα παραδοσιακά σπίτια των κατοίκων με τους όμορφους κήπους, τα στενά πλακόστρωτα σοκάκια και τα καταστήματα με εκθέματα της γιαννιώτικης παραδοσιακής τέχνης.

Μπορείς να πραγματοποιήσεις επίσκεψη στο σπίτι όπου δολοφονήθηκε ο Αλή Πασάς που σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο. Στις προθήκες του μουσείου βρίσκονται, εκτός των άλλων, κάποια μοναδικά εκθέματα, όπως το περίφημο χρυσοποίκιλτο καριοφίλι του Αλή Πασά, το ασημένιο ξιφίδιο του εθνικού ευεργέτη Απόστολου Αρσάκη, το αυθεντικό τσιμπούκι του Αλή πασά μήκους 1,62 μ., και η αυθεντική μεταξωτή φορεσιά της Κυρά-Βασιλικής.

Η Κυρα-Φροσύνη όπως έγινε γνωστή η Ευφροσύνη Βασιλείου (1773 - 11 Ιανουαρίου 1801) συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και το τραγικό τέλος της στις 11 Ιανουαρίου του 1801 τραγουδήθηκε σε δημοτικά τραγούδια αλλά έγινε και όπερα, μυθιστόρημα και ταινία.

Το Νησί των Ιωαννίνων φημίζεται για την εκλεκτή κουζίνα του. Τηγανητά βατράχια, χέλια, πέστροφες και κυπρίνοι προσελκύουν όσους λαχταρούν ξεχωριστές γεύσεις και γαστριμαργικές απολαύσεις.

Την επόμενη μέρα, Κυριακή, 20 Ιουνίου, μετά το πρωινό μας, φύγαμε για Τζουμέρκα. Τα Τζουμέρκα ή Αθαμανικά Όρη, είναι στην ουσία το νότιο κομμάτι της Πίνδου και εκτείνονται σε 3 νομούς, των Τρικάλων, των Ιωαννίνων και της Άρτας. Είναι δυσπρόσιτα βουνά και αποτελούν ένα αδιαπέραστο τείχος ανάμεσα στον Άραχθο, στα δυτικά, και τον Αχελώο, στα ανατολικά.

Τα χωριά που ανήκουν στα Τζουμέρκα, τα Τζουμερκοχώρια, είναι περιτριγυρισμένα από βουνά, φαράγγια και πεντακάθαρα ποτάμια και μπορεί να θαυμάσει κανείς σε αυτά πολλά και σπουδαία αξιοθέατα: εκκλησίες, εντυπωσιακά μοναστήρια, μουσεία και παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια.

Ακολουθήσαμε τον δύσκολο δρόμο Αμμότοπος, Ροδαυγή που περνά μέσα από τα Κατσανοχώρια, στη δυτική πλευρά των Τζουμέρκων, Σκούπα, Δαφνωτή,  Πλατανούσσα, Μονολίθι και άλλα μικρά και γραφικά χωριά.

 

Στη διαδρομή μας στις όχθες του Άραχθου μετά το χωριό Μονολίθι από μακριά είδαμε  τη θέση του μεγαλύτερου μονότοξου γεφυριού των Βαλκανίων, του γεφυριού της Πλάκας, το οποίο ξαναφτιάχθηκε  μετά την πτώση του τον χειμώνα του 2015. Κάποτε αποτελούσε το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία και διέθετε και τελωνείο.

Πρώτος μας σταθμός τα Πράμαντα ή η Πράμαντα Ιωαννίνων, το κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων, χτισμένο στα 830 περίπου μέτρα και φωλιασμένο στις καταπράσινες πλαγιές της Πίνδου, που διατηρεί και τον παραδοσιακό του χαρακτήρα.

Μας υποδέχτηκαν στην πρώτη πλατεία ένα τεράστιο ορειχάλκινο γλυπτό του φημισμένου γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, που παριστάνει έναν Ηπειρώτη κτηνοτρόφο, η  βρύση και μερικά όμορφα ανάγλυφα στο τοιχίο πίσω της. Προχωρώντας στην κεντρική πεζοδρομημένη πλατεία με τον υπεραιωνόβιο πλάτανο, είδαμε την ιστορική λιθανάγλυφη βρύση “Αράπης” και την κεντρική εκκλησία του χωριού, την Αγία Παρασκευή, μεγαλοπρεπή ναός και στολίδι των Πραμάντων. Πράγματι είναι εντυπωσιακή εκκλησία και εσωτερικά, με όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο, άμβωνα και αρχιερατικό θρόνο και αξιόλογη αγιογράφηση. Στην ηλιόλουστη πλατεία, με τον Ηπειρώτη χτίστη, καθίσαμε για ένα καφεδάκι, ένα γλυκάκι, ένα ουζάκι, στις λεγόμενες “Καμάρες”, το Δημοτικό Σχολείο κάποτε, που κάηκε από τους Γερμανούς.  

Στη συνέχεια φύγαμε για το Συρράκο. Φτάνοντας περάσαμε την πύλη που μας καλωσόριζε στο χωριό  και ανηφορήσαμε το μονοπάτι για την πλατεία. Οι τουρίστες επισκέφτηκαν την  οικία ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, το λαογραφικό μουσείο, την πηγή Γκούρα καθώς και την  εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

 

Οι ορειβάτες και οι πεζοπόροι μας έμειναν μόνο μισή ώρα στο χωριό, γιατί έπρεπε να φύγουν για τη δίωρη  πεζοπορία τους, Συρράκο -Καλαρρύτες. Ξεκίνησαν από το Συρράκο και παίρνοντας το μονοπάτι κατέβηκαν στη γέφυρα Χρούσια, στο Καλαρρύτικο ποτάμι και στη συνέχεια ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια κατευθύνθηκαν προς τους  Καλαρρύτες. Περπάτησαν στη  φανταστική αυτή διαδρομή και αφού έκαναν μια στάση στη βρύση πριν το χωριό για να δροσιστούν έφτασαν στη πλατεία του χωριού. Στα ταβερνάκια καθίσαμε για το γεύμα μας και το απόγευμα φύγαμε για να επισκεφτούμε τη μονή Κηπίνας.

Σκαρφαλωμένη στο βουνό, χτισμένη στο κοίλωμα ενός κατακόρυφου και απότομου βράχου, ο οποίος έχει λαξευτεί με τέχνη ώστε να σχηματίζει ένα τέλειο θόλο, προκαλεί δέος και θαυμασμό. Το μοναστήρι χτίστηκε περί το 1212 μ.Χ. και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Το όνομα οφείλεται στους κήπους που καλλιεργούσαν κοντά στη Μονή οι μοναχοί. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος φθάνει ως τη βάση του βράχου κι από εκεί σε οδηγούν στο μοναστήρι ένα μονοπάτι σκαλισμένο στο βράχο και μια ξύλινη γέφυρα.

Κατά την τουρκοκρατία, η ξύλινη γέφυρα ήταν κινητή και οι μοναχοί την ανέβαζαν με μοχλό, ώστε να προστατεύονται από επιδρομές. Ο μικρός ναός της Μονής είναι γεμάτος με αγιογραφίες του 17ου αιώνα.

Μας εντυπωσίασε πράγματι η εκκλησία, πέρα από το ιστορικό φορτίο της, εκείνη την όμορφη ώρα του όψιμου απογεύματος και φύγαμε με αυτή την ωραία εικόνα για το τελευταίο “προσκύνημα” της ημέρας.

Τη Δευτέρα, 21 Ιουνίου, του Αγίου Πνεύματος, αφού βάλαμε τις αποσκευές μας στις μπαγκαζιέρες, φύγαμε οι πεζοπόροι μεν για το Μονοπάτι της Βίδρας, στις όχθες του Άραχθου, ενώ οι τουρίστες ανηφόρισαν πάλι προς τα Κατσανοχώρια και το Ελληνικό ( πρώην Λοζέτσι ) συγκεκριμένα, ένα από τα 11 χωριά που κρέμονται στη δυτική όχθη του Άραχθου.

 

Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται το παλιό Δημοτικό Σχολείο, που έχει γίνει Μουσείο Γλυπτών του Θ. Παπαγιάννη.

Ο ίδιος μας ξενάγησε πρώτα στην αυλή και τα γλυπτά εκθέματα, δικά του και άλλων γλυπτών, από εκείνους που λαμβάνουν μέρος στα κατ΄έτος Συμπόσια Γλυπτικής στο χωριό. Βγάλαμε μια ομαδική φωτογραφία και μπήκαμε μέσα στο Σχολείο-Μουσείο.

Στους δύο ορόφους του Μουσείου σταθήκαμε σε όλα σχεδόν τα έργα, για τα οποία ήταν πρόθυμος να μας δώσει πολλές πληροφορίες. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η αίθουσα που αναπαριστά τάξη, με τον δάσκαλο, τον πίνακα, τους μαθητές στα θρανία τους, όλα γλυπτά. Οι εσωτερικοί του χώροι στεγάζουν έργα που έχουν ως θέμα τους κυρίως την Ήπειρο: προτομές ευεργετών και σημαντικών ανθρώπων της περιοχής, εκθέματα με θέμα το ψωμί, τη μάθηση, τον ευεργετισμό, την ξενιτιά και άλλα που, όπως αναφέρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης, είναι «αφιερωμένα στους ταπεινούς της ζωής, τους αγρότες- κτηνοτρόφους, τους μαστόρους και την Ηπειρώτισσα μάνα». Το γραφείο με την βιβλιοθήκη και το πωλητήριο συμπληρώνουν το εσωτερικό του Μουσείου.

Αποχαιρετίσαμε και ευχαριστήσαμε τον γλύπτη που συγκέντρωσε τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου μετά την εξέγερση του ΄73, όντας τότε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, και δημιούργησε με αυτά επιβλητικά και μνημειακά έργα, τα περισσότερα των οποίων εκτίθενται σε αυτόν τον χώρο.

Επόμενος σταθμός το γεφύρι της Πλάκας, εδώ όπου αργότερα θα έφταναν και ορειβάτες. Όλοι μαζί κατηφορίσαμε και φύγαμε για Πλατανούσσα, το Κατσανοχώρι, όπου είχαμε κανονίσει να φάμε μεσημεριανό. Στα αριστερά της πλατείας είδαμε το μεταβυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, που είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες, οι οποίες χρονολογούνται από το έτος 1734. Στο επάνω μέρος της πλατείας βρίσκονται οι ανδριάντες δύο επιφανών ανδρών της Πλατανούσσας, του ποιητή Γεωργίου Κοτζιούλα και του μουσουργού Δημητρίου Δραγατάκη, έργα του γλύπτη Θεόδ. Παπαγιάννη από το Ελληνικό, ενώ, δίπλα από τους βράχους βρίσκεται το πέτρινο καμπαναριό του χωριού, δείγμα αρχιτεκτονικής της περιοχής.

Κατηφορίσαμε έπειτα με το πούλμαν, έχοντας στα αριστερά μας τον Άραχθο, δίπλα στον οποίο είχε γίνει η πεζοπορία στο μονοπάτι της Βίδρας. Εκεί κάτω, αρκετά χαμηλότερα από εμάς, εντοπίσαμε τη Γέφυρα Τζαρή, όπου κοντά σε ένα κτήμα γευμάτισαν οι πεζοπόροι. Και αυτοί έκαναν μια  όμορφη διαδρομή δίπλα στο Άραχθο ποταμό στο υπέροχο μονοπάτι της Βίδρας. Η Βίδρα , είναι ένα απειλούμενο και προστατευόμενο θηλαστικό που ζει σε ποτάμια και λίμνες. Οι πληθυσμοί της έχουν μειωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά ευτυχώς, εξακολουθεί να απαντάται σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και στα νησιά  Κέρκυρα, Χίο και Λέσβο.

Το Μονοπάτι της Βίδρας με συνολικό μήκος περίπου 16 χιλιόμετρα, έχει ως σημείο έναρξης την γέφυρα Τζαρή που βρίσκεται ανατολικά του χωριού Σκούπα και ως κατάληξη το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας. Μια σημαντική κατολίσθηση το χειμώνα έκοψε το μονοπάτι στα δυο γι’ αυτό και ήταν αδύνατη η διάσχισή του. Την επόμενη φορά που θα μας δοθεί η δυνατότητα θα ξεκινήσουμε  από το γεφύρι της Πλάκας για να κάνουμε ολόκληρη τη  διαδρομή στο μονοπάτι της Βίδρας.

Το  τμήμα του μονοπατιού κοντά στη Σκούπα,  μήκους περίπου 4 χιλιομέτρων , στο μεγαλύτερο μέρος του περνά μέσα από τα σκιερά παρόχθια δάση του Αράχθου, σε μια διαδρομή χωρίς σημαντικές υψομετρικές διαφορές. Μια κυκλική διαδρομή που περιελάμβανε  το υπέροχο αυτό κομμάτι του μονοπατιού της Βίδρας έκανε η πρώτη ομάδα των πεζοπόρων  που κατέληξαν στη γέφυρα Τζαρή.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο τμήμα του μονοπατιού μήκους 12 χιλιομέτρων, παρουσιάζει πολλές εναλλαγές, καθώς άλλοτε απομακρύνεται από τον Άραχθο και άλλοτε πλησιάζει δίπλα στην όχθη του. Θα πρέπει να τονιστεί ότι στο τμήμα αυτό οι πεζοπόροι συναντούν πολλά ανηφορικά μέρη και συχνά ακολουθούν κάποιους μικρούς τοπικούς χωματόδρομους.

Τη μεγαλύτερη διαδρομή έκανε η δεύτερη ομάδα των ορειβατών, ξεκινώντας από την Πλατανούσσα  και παίρνοντας το κατηφορικό μονοπάτι Α3 έφτασαν στις όχθες του ποταμού Αράχθου. Στη συνέχεια έχοντας το ποτάμι στα δεξιά  τους συνέχισαν μια συνολική διαδρομή 10 περίπου χιλιομέτρων μέσα σε  4 ώρες μέχρι το γεφύρι της Πλάκας.  Η  σήμανση του μονοπατιού  ήταν πολύ καλή  και σε όλο της το μήκος είναι σημαδεμένη με πασσάλους, με αποτέλεσμα η διάσχισή του  να είναι εύκολη ακόμα και  για κάποιον που δεν γνωρίζει τη διαδρομή. Το μονοπάτι κινείται δίπλα στο όμορφο ποτάμι για αρκετά χιλιόμετρα, έχοντας απέναντι τις απόκρημνες όχθες του Αράχθου που σαν τεράστιοι πέτρινοι τοίχοι σκαρφαλώνουν μέχρι ψηλά στα απότομα βουνά των  Τζουμέρκων.

Σε κάποιο σημείο όπου το μονοπάτι περνάει  δίπλα στο ποτάμι δεν χάσαμε την ευκαιρία για μια στάση αλλά και να ξεκουράσουμε τα πόδια μας βουτώντας τα μέσα στο παγωμένα νερά του Αράχθου.

Φτάνοντας στο καινούργιο  Γεφύρι της Πλάκας  συναντήσαμε εκεί και τους τουρίστες και όλοι μαζί πήγαμε σε μια ταβέρνα στη Πλατανούσσα  όπου και  γευματίσαμε και ύστερα πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Συναντηθήκαμε όλοι ξανά, και τα τρία πούλμαν, αφού πήραμε τον δρόμο για Άρτα, Μενίδι, διάσχιση του νομού Αιτωλοακαρνανίας, Αντίρριο -Ρίο, Κιάτο.

Αναχωρήσαμε για Νίκαια και μετρό Αιγάλεω, όπου φτάσαμε αργά λόγω κίνησης, έχοντας ζωντανές ακόμα στα μάτια και στο μυαλό τις φανταστικές εικόνες και τις καλύτερες  εντυπώσεις από το ηπειρώτικο τοπίο.